Τηλεφωνικές Παραγγελίες 2551020988 | info@ekklisiastikaxatzis.gr | Blog
Ώρες Εξυπηρέτησης Δευ-Παρ 09:00 - 13:30

Έννοια Και Σκοπός Της Νηστείας

Έννοια Και Σκοπός Της Νηστείας
12 Μαρτίου 2016 Xristos Xatzis
Έννοια Και Σκοπός Της Νηστείας

Έννοια Και Σκοπός Της Νηστείας

Πρόταση νηστείας ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κωνσταντίας – Ἀμμοχώστου κ. Βασιλείου

Η Αγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος τής νηστείας καί τών άλλων πνευματικών αθλημάτων. Γιά τό λόγο αυτό, τήν Κυριακή τής Τυρινής, τήν τελευταία ημέρα πρός τής εισόδου μας στήν περίοδο τής νηστείας, ορίσθηκε ως ευαγγελική η διδασκαλία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού γιά νά μάς υπενθυμίσει τήν αναγκαιότητα, αλλά καί τίς ορθές διαστάσεις καί πράξη τής νηστείας, όπως τή δίδαξε ο Χριστός. Η νηστεία βεβαίως δέν είναι μοναδική πνευματική άσκηση τής Καινής, αλλά καί τής Παλαιάς Διαθήκης, όπου άγει τήν αρχή της.

  1. Η νηστεία στήν Παλαιά Διαθήκη

Η νηστεία, μαζί μέ τήν προσευχή καί τήν ελεημοσύνη, αποτελούσε σημαντικό στοιχείο τής θρησκευτικής ζωής τών Ισραηλιτών. Η διδασκαλία τού Χριστού περί τής νηστείας αποτελεί άμεση αναφορά στήν προϋπάρχουσα πρακτική τής νηστείας στό Ισραήλ. Στήν Παλαιά Διαθήκη η νηστεία είχε ποικίλες τάσεις καί προοπτικές. Πρώτον, αποτελούσε έκφραση μετάνοιας καί μεταμέλειας γιά τά αμαρτήματα. Η ημέρα τού εξιλασμού, π.χ. ήταν η κατ’ εξοχήν επίσημη ημέρα τής νηστείας. Δεύτερον, η νηστεία έχει τήν έννοια καί τή δύναμη τής ενισχύσεως τής προσευχής όχι μόνο στήν Παλαιά, αλλά καί στήν Καινή Διαθήκη. Τρίτον, η νηστεία λάμβανε τό χαρακτήρα τής θλίψεως γιά προσωπικές ή καί εθνικές συμφορές, όπως π.χ. η καταστροφή τής Ιερουσαλήμ. Τέταρτον, η νηστεία ασκείτο καί ως προετοιμασία γιά τήν αποδοχή τής παρουσίας τού Θεού. Η νηστεία, γενικώτερα, ήταν θεμελιωμένη επί τής πίστεως τής απολύτου υπεροχής καί κυριότητας τού Θεού έναντι τού ανθρώπου. Ως εκ τούτου, η νηστεία αποσκοπούσε στήν προετοιμασία τού πιστού νά συναντήσει τόν Θεό, όχι μέ τήν έννοια ότι διά τής καθαρότητας θά υψωνόταν μέχρι τόν Θεό, αλλά ως προετοιμασία καί αναμονή τής θείας αποκαλύψεως. Έτσι, ο Μωϋσής ανέμενε «εναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ημέρας καί τεσσαράκοντα νύκτας. άρτον ουκ έφαγεν καί ύδωρ ουκ έπιεν. καί έγραψεν τά ρήματα ταύτα επί τών πλακών τής διαθήκης, τούς δέκα λόγους» (Εξ. 34:28). Τό ίδιο καί ο Προφήτης Δανιήλ περιγράφει τή δική του εμπειρία αναμονής ενώπιον τού Θεού, η οποία συνίστατο από προσευχές, νηστείες καί εκδηλώσεις μετάνοιας ένεκα τής καταστροφής τής Ιερουσαλήμ: «Καί έδωκα τό πρόσωπόν μου πρός τόν Θεόν τού εκζητήσαι προσευχήν καί δεήσεις εν νηστείαις καί σάκκω καί σποδώ» (Δαν. 9:3. Πρβλ. Δαν. 10:2-12). Εξ άλλου, η νηστεία στόν Ισραηλιτικό λαό έχει συσσωρευμένη τήν επίπονη ιστορία του ως λαού, αλλά καί ως ατόμων. Πράγματι, η νηστεία συνοδεύει τούς καιρούς τών θλίψεων, τής ταπεινώσεως καί τής προσευχής είτε τού ατόμου είτε ολόκληρου τού λαού. Ο Ψαλμωδός περιγράφει τήν εμπειρία του μέ ποιητικό τρόπο: «Καί συνέκαμψα εν νηστεία τήν ψυχήν μου, καί εγεννήθη εις ονειδισμόν εμοί. καί εθέμην τό ένδυμά μου σάκκον, καί εγενόμην αυτοίς εις παραβολήν» (Ψαλμ. 68:11-12). Οι επίσημες ετήσιες νηστείες ήσαν αυτές τής περιόδου τού Εξιλασμού, όπως ορίζονται στό βιβλίο τού Λευιτικού (16:29-34 καί 23:27-32). Συχνά, ο τρόπος νηστείας τών Ισραηλιτών είχε δεχθεί τήν αυστηρή κριτική τών προφητών, επειδή είχε καταντήσει τύπος άνευ ουσίας καί είχε λησμονηθεί ο πραγματικός σκοπός της.

Χαρακτηριστική είναι η κριτική, τήν οποία ασκεί ο προφήτης Ησαΐας: «Τί ότι ενηστεύσαμεν καί ουκ είδες; εταπεινώσαμεν τάς ψυχάς ημών καί ουκ έγνως; εν γάρ ταίς ημέραις τών νηστειών υμών ευρίσκετε τά θελήματα υμών καί πάντας τούς υποχειρίους υμών υπονύσσετε, ει εις κρίσεις καί μάχας νηστεύετε καί τύπτετε πυγμαίς ταπεινόν, ίνα τί μοι νηστεύετε ως σήμερον ακουσθήναι εν κραυγή τήν φωνήν υμών; ου ταύτην τήν νηστείαν εξελεξάμην καί ημέραν ταπεινούν άνθρωπον τήν ψυχήν αυτού· ουδ’ άν κάμψης ως κρίκον τόν τράχηλόν σου καί σάκκον καί σποδόν υποστρώση, ουδ’ ούτως καλέσετε νηστείαν δεκτήν. Ουχί τοιαύτην νηστείαν εγώ εξελεξάμην, λέγει Κύριος, αλλά λύε πάντα σύνδεσμον αδικίας, διάλυε στραγγαλιάς βιαίων συναλλαγμάτων, απόστελλε τεθραυσμένους εν αφέσει καί πάσαν συγγραφήν άδικον διάσπα· διαθρυπτε πεινώντι τόν άρτον σου καί πτωχούς αστέγους εισάγαγε εις τόν οίκόν σου, εάν ίδης γυμνόν, περίβαλε…» (Ησ. 58:3-7).

Διαπιστώνουμε, ότι η νηστεία, ως αποχή βρωμάτων, συνοδευόταν καί από άλλες εξωτερικές εκδηλώσεις, όπως η κάμψη τής κεφαλής, η ενδυμασία μέ ευτελή ενδύματα, η ηθελημένη προσωπική ατημελησία, η εξωτερική εκδήλωση λύπης κ.λπ. Όμως, οι εξωτερικές αυτές εκδηλώσεις είχαν καταστεί τό κέντρο αναφοράς καί νοηματοδοτήσεως τής νηστείας. Κατά συνέπεια, η νηστεία είχε μεταβληθεί σέ μία στείρα τυπολατρία καί λησμονήθηκε, τόσο τό στοιχείο τής ετοιμασίας συναντήσεως τού Θεού από τό νηστεύοντα, όσο καί τό στοιχείο τής από τής νηστείας εκδηλούμενης αγάπης πρός τούς άλλους. Αυτό τόν αποπροσανατολισμό κατακρίνουν οι Προφήτες.

 

  1. Η περί νηστείας διδασκαλία τού Ιησού Χριστού

Οι θρησκευτικές ομάδες στό Ισραήλ, όπως αυτή τών Φαρισαίων, είχαν εισαγάγει επιπρόσθετα καί τή νηστεία τών δύο ημερών τής εβδομάδος. Έτσι, ο Φαρισαίος τής παραβολής λέγει τό γνωστό: «νηστεύω δίς τού Σαββάτου». Ο Χριστός καί οι Μαθητές του δέν αθετούσαν τούς κανόνες νηστείας, γιατί η νηστεία ανήκει στήν αποκάλυψη τού Θεού καί είναι από τίς πρώτες εντολές πού ο Θεός δημιουργός έδωσε στό ανθρώπινο γένος. Όμως, καί ο Χριστός, όπως άλλοτε οι Προφήτες, ασκεί κριτική κατά τών τυπολατρικών εξωτερικών εκδηλώσεων τής νηστείας. Αυτή τήν έννοια έχουν οι λόγοι του: «Όταν δέ νηστεύητε μή γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί, αφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αυτών όπως φανώσι τοίς ανθρώποις νηστεύοντες» (Μτ. 6:16). Εάν όλη αυτή η πρακτική της νηστείας καί οι εξωτερικές εκδηλώσεις οδηγούσαν τό νηστεύοντα σέ μία πραγματικότητα πνευματικής καί σωματικής ταπεινώσεως ενώπιόν του Θεού, τότε ο Χριστός δέν θά ασκούσε κριτική, όμως, όλες αυτές οι πρός τά έξω εκδηλώσεις απέβλεπαν στό νά γίνουν αντιληπτοί οι νηστεύοντες από τούς άλλους.

Γιά νά δείξει, επομένως, ο Κύριος, ότι δέν είναι οι εξωτερικοί τύποι, οι οποίοι έχουν αξία, αλλά η νηστεία καθ’ εαυτήν όταν οδηγεί τόν άνθρωπο ενώπιόν του Θεού, διορθώνει, λέγοντας: «Σύ δέ νηστεύων άλειψέ σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μή φανής τοίς ανθρώποις νηστεύων, αλλά τώ Πατρί σου τώ εν τώ κρυπτώ, καί ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τώ κρυπτώ αποδώσει σοί εν τώ φανερώ» (Μτ. 6:17-18). Ο άνθρωπος όταν νηστεύει δέν πρέπει νά καταβάλλει προσπάθεια νά γίνει αντιληπτός από τούς ανθρώπους, αλλά μέ έργα τετελεσμένα ενώπιον τού Θεού, νά γίνεται αντιληπτός μόνο από τόν Θεό. Μόνο έτσι η νηστεία καθίσταται ωφέλιμη, διαφορετικά οι νηστεύοντες λαμβάνουν τό μισθό τους από τόν έπαινο τών ανθρώπων, ενώπιον τών οποίων επιδεικνύονται.

Ο Χριστός, σέ άλλη περίπτωση, είπε επίσης τόν αιώνιο λόγο του. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού». Αυτό υπενθυμίζει καί τό λόγο τού Χριστού στούς Μακαρισμούς, όπως μάς τούς παραδίδει ο ευαγγελιστής Λουκάς. «Μακάριοι οι πεινώντες νύν, ότι χορτασθήσεσθε». Αυτά τά δύο λόγια τού Χριστού μάς καθορίζουν, αφ’ ενός μέν τήν αναγκαιότητα τής νηστείας, αφ’ ετέρου δέ τό σκοπό της. Ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη τής πνευματικής τροφής, όσο καί τής σωματικής. Η νηστεία είναι τρόπος νά τραφεί ο άνθρωπος πνευματικά. Ο σκοπός όμως τής νηστείας δέν εξαντλείται στήν παρούσα εντός του κόσμου πνευματική πρόοδο καί ανάπτυξη τού ανθρώπου, αλλά εκτείνεται καί στόν εσχατολογικό κορεσμό τών πνευματικών αγαθών, εφ’ όσον, σύμφωνα μέ τή βεβαίωση τού Χριστού, όσοι πεινούν τώρα θά χορτασθούν στήν αιώνια βασιλεία. Πρέπει, επομένως, μέ τή νηστεία, εμείς μέν νά βιώσουμε τό αίσθημα τής πείνας, νά χορτάσουμε δέ τούς πεινασμένους προσφέροντάς τους τροφή, γιά νά κορεσθούμε έτσι πνευματικά στή βασιλεία τού Θεού.

Στόν Ιησού Χριστό είχε δοθεί καί άλλη ευκαιρία νά αναπτύξει τήν περί νηστείας διδασκαλία του. Ήταν προσκεκλημένος στό σπίτι τού Ματθαίου τού τελώνη γιά φαγητό. Από τό ένα μέρος οι Γραμματείς καί ο Φαρισαίοι γόγγυζαν καί έλεγαν στούς Μαθητές του: «διατί μετά τών τελωνών καί αμαρτωλών εσθίει ο διδάσκαλος υμών» (Μτ. 9:11); Από τό άλλο μέρος, οι μαθητές τού Ιωάννη τού Βαπτιστή υπέβαλαν τό ερώτημα στόν Χριστό: «διατί ημείς καί οι Φαρισαίοι νηστεύομεν πολλά, οι δέ μαθηταί σου ου νηστεύουσι; καί είπεν αυτοίς ο Ιησούς, μή δύνανται οι υιοί τού νυμφώνος πενθείν εφ’ όσον χρόνον μετ’ αυτών εστιν ο νυμφίος; Ελεύσονται δέ ημέραι όταν απαρθή απ’ αυτών ο νυμφίος, καί τότε νηστεύουσιν. Ουδείς δέ επιβάλλει επίβλημα ράκους αγνάφου επί ιματίω παλαιώ, αίρει γάρ τό πλήρωμα αυτού από τού ιματίου, καί χείρον σχίσμα γίνεται. Ουδέ βάλλουσιν οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς, ει δέ μήγε, ρήγνυνται οι ασκοί, καί ο οίνος εκχείται καί οι ασκοί απολούνται, αλλά οίνον νέον εις ασκούς βάλλουσιν καινούς, καί αμφότεροι συντηρούνται» (Μτ. 9:14-17).

Η απάντηση τού Χριστού στό ερώτημα τών μαθητών τού Ιωάννη είναι πολύπλευρη. Δέν αρνείται τήν πρακτική της νηστείας ως πράξη πού φανερώνει τή σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό. Αντιθέτως, ορίζει ότι η νηστεία είναι έκφραση πένθους. Είδαμε ήδη προηγουμένως, ότι οι Ισραηλίτες νήστευαν, εκφράζοντες τό πένθος τους είτε γιά τίς εθνικές καταστροφές είτε γιά τίς προσωπικές τους δοκιμασίες. Τό εκφραζόμενο πένθος διά μέσου της νηστείας, τόσο τών Φαρισαίων, όσο καί τών μαθητών τού Ιωάννη τού Βαπτιστή, σημαίνει τό πένθος τής αναμονής τού Μεσσία. Σύμφωνα μέ τίς προφητείες, κατά τή μεσσιανική περίοδο δέν θά υπάρχει ούτε νηστεία, ούτε πένθος, εφ’ όσον όλοι καλούνται νά λάβουν μέρος στό μεγάλο μεσσιανικό δείπνο. Τό πένθος τής νηστείας τών Φαρισαίων καί τών μαθητών τού Ιωάννη τού Βαπτιστή σημαίνει τήν άρνηση τού Χριστού ως τού Μεσσία καί τήν απόρριψη τής ενάρξεως τής Βασιλείας τού Θεού. Οι μαθητές τού Ιησού Χριστού δέν νήστευαν γιατί είχαν μαζί τους καί μεταξύ τους τό νυμφίο Χριστό. Ο Χριστός χρησιμοποιεί τόν όρο Νυμφίος, ο οποίος ήταν μεσσιανικός τίτλος καί είναι φανερό πώς, στήν προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται στόν ίδιο τόν εαυτό του. Υπενθυμίζουμε τήν εικόνα τής παραβολής τών Δέκα Παρθένων, όπου η άφιξη τού Μεσσία παρομοιάζεται μέ τήν άφιξη τού Νυμφίου καί εγκαθίσταται η βασιλεία τού Θεού, όσοι δέ είναι έτοιμοι εισέρχονται μετά τού Νυμφίου στήν εορτή τού γάμου.

«Ελεύσονται δέ ημέραι όταν απαρθή απ’ αυτών ο νυμφίος, καί τότε νηστεύσουσιν». Μέ τήν πρόταση αυτή τού Χριστού καθίσταται φανερό, ότι η μή τήρηση τής νηστείας από τούς μαθητές του ήταν αφ’ ενός μέν προσωρινή, διαρκούσης τής επί γής παρουσίας τού Χριστού, αφ’ ετέρου δέ δηλούται η μή υποταγή πλέον τών μαθητών στούς κανόνες, τά έθιμα καί τίς εξωτερικές εκδηλώσεις τής νηστείας τού Ισραήλ, αλλά τή νοηματοδότηση τής νηστείας μέ νέο σκοπό καί περιεχόμενο. Δέν είναι πλέον η νηστεία έκφραση θλίψεως γιά εθνικές συμφορές τού Ισραήλ, αλλά έκφραση θλίψεως γιά τήν απουσία τού Χριστού καί γιά τήν αμαρτία τού ανθρώπου. Ο Χριστός κάνει έμμεση αναφορά στό θάνατό του, λέγοντας, «όταν απαρθή απ’ αυτών ο νυμφίος … τότε νηστεύσουσιν». Ο προσανατολισμός τού σκοπού καί τού περιεχομένου τής νηστείας πρός τό πρόσωπο τού ίδιου του Χριστού τήν καθιστά χριστολογική καί σωτηριολογική πράξη.

Γιά τήν κατανόηση τής αναγκαιότητας τής ανανεώσεως τού σκοπού καί τού περιεχομένου τής νηστείας, ο Χριστός χρησιμοποιεί δύο μικρές παραβολικές εικόνες. Η πρώτη λέγει ότι, δέν είναι δυνατό νά επιδιορθώνεται ένα παλαιό σχισμένο ένδυμα μέ τή συρραφή επί τού σχίσματος καινούργιου κομματιού υφάσματος, γιατί θά προκληθεί μεγαλύτερο σχίσμα. Η δεύτερη παραβολική εικόνα λέγει ότι δέν είναι δυνατό νά τοποθετείται τό νέο κρασί σέ παλαιούς ασκούς, γιατί η ζύμωση πού γίνεται στό νέο κρασί θά προκαλέσει ρήγματα στούς παλαιούς ασκούς. Έτσι, τό νέο κρασί τοποθετείται σέ καινούργιους ασκούς. Οι παραβολικές αυτές εικόνες είναι σημαντικές γιά τή σαφή διάκριση μεταξύ, αφ’ ενός μέν, τών παραδόσεων, τών κανόνων, τών ηθών καί τού τρόπου νηστείας τών Ισραηλιτών, τά οποία συμβολίζονται μέ τό παλαιό ένδυμα καί τούς παλαιούς ασκούς, αφ’ ετέρου δέ, τού σκοπού καί περιεχομένου τής κατά Χριστόν νηστείας, ή ακόμα καί τών άλλων μέσων τής χριστιανικής ζωής καί ασκήσεως, τά οποία συμβολίζονται μέ τό νέο ένδυμα καί μέ τούς καινούργιους ασκούς. Ο πατέρας στήν παραβολή τού Ασώτου Υιού έδωσε εντολή στούς δούλους του νά αφαιρέσουν από τόν υιό του, όταν επέστρεψε στό πατρικό σπίτι, τήν παλαιά στολή καί νά τόν ενδύσουν μέ τήν καλύτερη στολή πού υπήρχε στό σπίτι. Όπως ο άνθρωπος εν Χριστώ αποβάλλει τόν παλαιό άνθρωπο τής αμαρτίας καί ενδύεται τόν νέον εν Χριστώ, τό ίδιο ο Θεός ανανεώνει τίς παραδόσεις, τούς θεσμούς καί τούς νόμους, αποβάλλοντας τήν παλαιά μορφή καί ενδύοντάς τους μέ νέο περιεχόμενο καί έννοια. Δέν κατακρίνεται από τόν Χριστό ο προηγούμενος νόμος, ούτε καταδικάζεται. Εν τούτοις, ως ένδυμα ή ως ασκός μέ τό περιεχόμενό του είχε ήδη εκπληρώσει τήν αποστολή του. Μέ τήν παρουσία τού Χριστού αρχίζει μία νέα περίοδος, η οποία ανανεώνει τόν τρόπο σχέσεως καί συμπεριφοράς τού ανθρώπου έναντι τού Θεού, είτε μέ τή νηστεία, είτε μέ τήν προσευχή, είτε μέ τά έργα αγάπης καί φιλανθρωπίας.

Υπάρχει καί μία άλλη όψη η οποία αφορά όχι μόνο το θέμα τής νηστείας, αλλά γενικώτερα τή στάση τότε τών Ιουδαίων νά διατηρούν καί νά τηρούν τίς διατάξεις τών καθαρμών. Έτσι, έπλεναν τά χέρια τους πρό τού φαγητού, όχι γιά λόγους υγιεινής, αλλά έτσι πίστευαν ότι προφυλάσσονταν θρησκευτικά καθαροί. Μέσα στά ίδια πλαίσια απέφευγαν καί τή βρώση ορισμένων τροφών, τίς οποίες κατέτασσαν μεταξύ τών ακαθάρτων. Σέ κριτική πού είχε ασκηθεί κατά τού Χριστού ότι δέν τηρούσε τίς νομικές διατάξεις τών καθαρμών, απάντησε μέ καυστικό τρόπο. «Ου τό εισερχόμενον εις τό στόμα κοινοί τόν άνθρωπον, αλλά τό εκπορευόμενον εκ τού στόματος τούτο κοινοί τόν άνθρωπον … Ούπω νοείτε ότι πάν το εισπορευόμενον εις τό στόμα εις τήν κοιλίαν χωρεί καί εις αφεδρώνα εκβάλλεται; τά δέ εκπορευόμενα εκ τού στόματος εκ τής καρδίας εξέρχεται, κακείνα κοινοί τόν άνθρωπον. Εκ γάρ τής καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. Ταύτά εστι τά κοινούντα τόν άνθρωπον· τό δέ ανίπτοις χερσί φαγείν ου κοινοί τόν άνθρωπον» (Μτ. 15:11-20). Η νηστεία, ή η οποιαδήποτε άλλη πράξη θρησκευτικότητας, δέν αποσκοπεί στήν τυπολατρική τήρηση κανόνων καί διατάξεων, αλλά είναι άσκηση καί μέσον καθαρισμού τής καρδίας καί τής ψυχής, γενικώτερα τής ψυχοσωματικής ολότητας τού ανθρώπου από τήν αμαρτία πού πραγματικά τόν μολύνει ενώπιον τού Θεού.

 

  1. Πρόταση νηστείας από τήν Εκκλησία

Επί τή βάσει τής Ευαγγελικής διδασκαλίας, η Εκκλησία όρισε τόν τρόπο καί τούς κανόνες τής νηστείας, οι δέ Άγιοι Πατέρες ανέπτυξαν τή θεολογική έννοιά της. Έτσι, ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαίτερα μέ τό θέμα τής νηστείας, γράφει: «΄Αγιος ο τρόπος τής νηστείας, αγίω Θεώ υπό αγίων αγίως προσφερόμενος. Πάντας τοίνυν ο κήρυξ καλεί επί τόν αγώνα» (Μ. Βασίλειος, Περί νηστείας, Λόγος Γ΄, 1508,32-34).  Αποτελεί ίσως σχήμα οξύμωρο όταν ο Χριστιανισμός προτείνει τή νηστεία στό σημερινό άνθρωπο, ο οποίος αναζητά κυρίως τόν υλικό κορεσμό παρά τή βίωση τού αισθήματος τής πείνας.  Επιπρόσθετα, η πρόταση τής νηστείας αποτελεί επίσης, σύμφωνα πάντοτε μέ τήν προοπτική τών ευημερουσών κοινωνιών, απαίτηση χωρίς νόημα γιά τούς ανθρώπους ή τούς λαούς εκείνους, οι οποίοι υποφέρουν από τήν έλλειψη τροφών καί από τήν πείνα. ΄Ισως, εκ πρώτης όψεως, νά αποτελεί ένα δίλημμα χωρίς απάντηση, όμως τό θέμα τής νηστείας πρέπει νά μάς προβληματίσει, τόσο από φυσιολογικής, όσο καί από προσωπικής πνευματικής καί κοινωνικής πλευράς.

΄Εννοια τής νηστείας

Νηστεία, εννοιολογικά σημαίνει τό νά παραμένει κάποιος νήστις, δηλαδή νά απέχει από τήν τροφή.  Η αποχή από τήν τροφή γιά λόγους απλής υγιεινής ονομάζεται δίαιτα.  Η αποχή τροφής γιά λόγους πνευματικής καλλιέργειας, ή μέ άλλους λόγους, γιά σκοπούς θρησκευτικούς, αποκαλείται νηστεία. Είναι γεγονός αδιαμφησβήτητο ότι ο άνθρωπος συνδέει τήν πνευματική του καλλιέργεια καί τελείωση μέ πράξεις θρησκευτικές, όπως η προσευχή, η ελεημοσύνη, η νηστεία καί γενικότερα η άσκηση, όπως αποκαλείται στήν πατερική γραμματεία. Τό είναι τού ανθρώπου αποτελείται από ψυχή καί σώμα καί η άσκηση αποσκοπεί στή ψυχοσωματική συμμετοχή γιά τήν πνευματική του ολοκλήρωση, γιατί η πευματική τελείωση δέν είναι μία διανοητική διεργασία. Αυτή είναι η έννοια τών λόγων τού Μ. Βασιλείου: «΄Οθεν, ει δοκεί, τή σωματική νηστεία εις τήν τών ψυχών ευφροσύνην αποχρησώμεθα» (Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις τήν Εξαήμερον, 8,8).  Η νηστεία επομένως είναι μέσο διατηρήσεως τής αρμονίας μεταξύ τού σώματος καί τής ψυχής, μεταξύ τής ύλης καί τού πνεύματος.

 

Ιστορία τής νηστείας

Η χρήση τών μέσων πνευματικής ασκήσεως ανευρίσκεται συνδεδεμένη μέ τήν αρχή τής ιστορίας τού ανθρώπινου γένους.  Ο Μ. Βασίλειος γράφει γιά τή νηστεία: «Δεύρο δή διά τής ιστορίας βαδίζων, ανερεύνησον τήν αρχαιογονίαν αυτής. Ου γάρ νεώτερον τό εφεύρημα· πατέρων εστί τό κειμήλιον. Πάν τό αρχαιότητι διαφέρον, αιδέσιμον. Δυσωπήθητι τήν πολιάν τής νηστείας. Συνηλικιώτίς εστι τής ανθρωπότητος· νηστεία εν τώ παραδείσω ενομοθετήθη. Τήν πρώτην εντολήν έλαβεν  Αδάμ.  Από τού ξύλου τού γινώσκειν καλόν καί πονηρόν ου φάγεσθε. Τό δέ, ‘ου φέγεσθε’ νηστείας εστί καί εγκρατείας νομοθεσία» (Μ. Βασιλείου, Περί Νηστείας, Λόγος Α΄, 165-42-168,6). Είναι φανερόν ότι ο Μ. Βασίλειος συνδέει τήν πρακτική άσκηση τής νηστείας μέ τήν εντολή τού Θεού στούς πρωτόπλαστους νά αποφύγουν νά φάγουν από τόν καρπό τού δένδρου τής γνώσεως τού καλού καί τού κακού. Γιά τό λόγο αυτό θεωρεί τή νηστεία “συνηλικιώτη”, δηλαδή συνομήλικο τής ανθρωπότητος.

 

Εντολή τής νηστείας

Η εντολή τής νηστείας δόθηκε στούς πρωτόπλαστους μέ σκοπό νά οδηγηθούν πρός τήν πνευματική τους ολοκλήρωση.  Εκείνη όμως η νηστεία ήταν κατά πολύ διάφορος τής δικής μας νηστείας.  Ο Μ. Βασίλειος καί πάλιν σχολιάζει ότι, «ει ενήστευσεν από τού ξύλου η Εύα, ουκ άν ταύτης νύν εδεόμεθα τής νηστείας. Ου γάρ χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες.  Εκακώθημεν διά τής αμαρτίας (ιαθώμεν διά τής μετανοίας) μετάνοια δέ χωρίς νηστείας αργή» (Μ. Βασιλείου, Περί νηστείας, Λόγος Α΄, 169,6-11).  Επομένως, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τής νηστείας τών πρωτοπλάστων στόν παράδεισο καί τής δικής μας νηστείας είναι, ότι εκείνοι εκαλούντο νά νηστεύσουν γιά νά οδηγηθούν στήν τελειότητα, όπως προόρισε ο Θεός όταν δημιούργησε τόν άνθρωπο, ενώ η δική μας νηστεία αποβλέπει κατ’ αρχήν στήν κάθαρσή μας από τήν αμαρτία, η οποία εισήλθε μέ τήν παράβαση τής εντολής.

 

Σκοπός τής νηστείας

Η νηστεία καθ’ εαυτήν, ως αποχή από τό φαγητό, λαμβάνει νόημα καί εκλπηροί τό σκοπό της, όταν αποβλέπει στήν πνευματική καλλιέργεια. ΄Ετσι, ο άγιος  Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: ” Η νηστεία καί η παρθενία ούτε καλόν καθ’ εαυτό ούτε κακόν, αλλ’ από τής τών μετιόντων προαιρέσεως εκάτερον γίνεται” ( Ιω. Χρυσοστόμου, ΄Εργον 9). Πράγματι, όταν νηστεύω μέ σκοπό τήν πνευματική μου άσκηση, φανερώνεται η προαίρεσή μου νά ασκηθώ πνευματικά. Τότε η πράξη τής αποχής από τήν τροφή γίνεται καλό. ΄Οταν λοιπόν, αποφασίζουμε νά νηστεύσουμε, πρέπει νά ορίζουμε τό περιεχόμενο τής προθέσεώς μας, δηλαδή τήν πνευματικότητα τής νηστείας.

 

Αποχή βρωμάτων. Αίσθηση πείνας

Σήμερα, όταν μιλούμε γιά νηστεία, εμείς εννοούμε τήν αποχή από ορισμένα είδη τροφών.  Η καθ’ αυτό νηστεία όμως σημαίνει τήν παντελή αποχή από τήν τροφή, μέ σκοπό νά αποκτήσει ο άνθρωπος τό αίσθημα τής πείνας.  Η παράβαση τής εντολής τού Θεού από τούς πρωτόπλαστους σημαίνει τήν άρνησή τους νά δεχθούν αυτή τήν αίσθηση τής πείνας καί οδηγήθηκαν στό σωματικό κορεσμό, ο οποίος όμως είχε αποβεί σέ βάρος τής πνευματικής τους ολοκληρώσεως.  Ο Χριστός, ο Νέος  Αδάμ, πέτυχε αυτό πού είχαν αποτύχει οι πρωτόπλαστοι. Μετά τή Βάπτισή του πήγε στήν έρημο καί ζούσε μεταξύ τών άγριων ζώων, όπως οι πρωτόπλαστοι στόν παράδεισο.  Εκεί νήστεψε σαράντα μέρες. Μετά τή νηστεία τών σαράντα ημερών “πείνασε”. ΄Οπως οι πρωτόπλαστοι δέχθηκαν τήν πρόταση τού Διαβόλου νά γευθούν τόν καρπό τού δένδρου τής γνώσεως τού καλού καί τού κακού, τό ίδιο καί ο Χριστός δέχθηκε τή δελεαστική πρόταση τού Διαβόλου νά μεταβάλει θαυματουργικά τούς λίθους σέ ψωμιά γιά νά φάγει, εφ’ όσον πείνασε μετά από σαράντα μέρες νηστεία.  Η απάντηση τού Χριστού είναι πράγματι καθοριστική γιά τό σκοπό τής νηστείας καί τήν ιεράρχηση τών πνευματικών καί βιολογικών αναγκών τού ανθρώπου. “Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού”.  Η βρώση τής υλικής τροφής, στήν οποία είχαν καταφύγει οι πρωτόπλαστοι, καταλύοντας τή νηστεία, τούς οδήγησε στό θάνατο.  Αντίθετα, τό αίσθημα τής πείνας, ως πνευματική άσκηση, οδηγεί στή ζωή, γιατί ο άνθρωπος δέν ζεί μόνο μέ τόν άρτο, δηλαδή τήν υλική τροφή, αλλά καί μέ τό λόγο τού Θεού, ο οποίος τόν τρέφει πνευματικά. Αυτό είναι ίσως τό παράδοξο.  Η υλική τροφή, αναγκαία γιά τή βιολογική συντήρηση τού ανθρώπου, απομακρύνει τόν άνθρωπο από τόν Θεό όταν μεταβάλλεται από βιολογική ανάγκη σέ μοναδική επιδίωξη γιά τόν κορεσμό τών βιολογικών αναγκών.  Η νηστεία, όμως, η οποία φαινομενικά λειτουργεί αντίθετα πρός τίς βιολογικές ανάγκες, στήν πραγματικότητα προσφέρει τήν αιώνια ζωή στόν άνθρωπο. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη ο άνθρωπος, ο Χριστιανός, κατά τό πρότυπο τού Χριστού, νά νηστεύσει γιά νά επιτύχει τήν πνευματική του τελείωση.

Προϋποθέσεις νηστείας

Η άσκηση τής νηστείας πρέπει νά εκπληρώνει ορισμένες προϋποθέσεις, τίς οποίες είχε θέσει ο Χριστός, όταν όριζε περί τής νηστείας. “Σύ δέ νηστεύων, άλειψέ σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μή φανής τοίς ανθρώποις νηστεύων, αλλά τώ πατρί σου τώ εν τώ κρυπτώ, καί ο πατήρ σου ο βλέπων εν τώ κρυπτώ αποδώσει σοι εν τώ φανερώ” (Ματθ. 6:16-18).  Η νηστεία δέν είναι μέσον επιδείξεως, αλλά μέσον προσωπικής σχέσεως τού νηστεύοντος μέ τόν Θεό. ΄Αν αυτή είναι η προαίρεση τού νηστεύοντος, τότε η νηστεία είναι ωφέλιμη καί χρήσιμη. ΄Αν όμως καθίσταται μέσον επιδείξεως καί εγωιστικής προβολής τότε χάνει τήν ωφέλεια της.  Ο Μ. Βασίλειος διαπίστωνε στούς χρόνους του ότι πολλοί νήστευαν είτε από συνήθεια είτε από ντροπή έναντι τών άλλων. “Τήν μέν γάρ νηστείαν, καί διά τήν συνήθειαν, καί διά τήν πρός αλλήλους αιδώ, οι πολλοί καταδέχονται” (Μ. Βασιλείου, ΄Εργον 75). Αυτή η νηστεία δέν έχει πνευματικούς καρπούς, γιατί δέν γίνεται μέ τήν ελεύθερη βούληση καί επιλογή τού νηστεύοντος.

Η νηστεία μετά τήν πτώση στήν αμαρτία

Η νηστεία είναι αναγκαία εξ αιτίας τής πνευματικής καταστάσεως τού ανθρώπου μετά τήν πτώση στήν αμαρτία καί πρέπει νά ενδυθεί μέ τόν πραγματικό της σκοπό, τήν κάθαρση από τήν αμαρτία καί τήν πνευματική τελείωση τού νηστεύοντος. ” Εκακώθημεν διά τής αμαρτίας (ιαθώμεν διά τής μετανοίας) μετάνοια δέ χωρίς νηστείας αργή… Διά νηστείας απολόγησαι τώ Θεώ.  Αλλά καί η εν παραδείσω διαγωγή νηστείας εστίν εικών, ου μόνον καθότι τοίς αγγέλοις ομοδίαιτος άν ο άνθρωπος, διά τής ολιγαρκείας τήν πρός αυτούς ομοίωσιν κατώρθου, αλλ’ ότι καί όσα ύστερον η επίνοια τών ανθρώπων εξεύρεν, ούπω τοίς εν τώ παραδείσω διαιτωμένοις επενενόητο (ούπω οινοποσίαι, ούπω ζωοθυσίαι) ουχ όσα τόν νούν επιθολοί τόν ανθρώπινον” (Μ. Βασίλειος, ΄Εργον 20). Σύμφωνα μέ τήν προσέγγιση τού νοήματος τής νηστείας από τόν Μ. Βασίλειο, η νηστεία είναι τρόπος μιμήσεως τής ζωής στόν παράδεισο καί μέσον αποφυγής τών αποτελεσμάτων τής αμαρτίας.  Η εξωτερίκευση τής μετάνοιας γίνεται διά μέσου τής νηστείας.

 

Αληθής νηστεία. ΄Οχι απλή αποχή από τροφές

Στήν  Αγία Γραφή έχουμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι μέ τήν νηστεία οδηγήθηκαν στήν κάθαρση, μέ αποτέλεσμα τήν άμεση σχέση τους μέ τόν Θεό.  Ο Μωϋσής νήστεψε σαράντα ημέρες γιά νά λάβει από τόν Θεό τίς πλάκες τού νόμου στό όρος Σινά.  Ο Προφήτης  Ηλίας επίσης νήστεψε σαράντα ημέρες καί η προσευχή του έγινε μέ ευμένοια δεκτή από τόν θεό.  Ο Χριστός, ως άλλος Μωϋσής καί νομοδότης, νήστεψε σαράντα ημέρες καί προσευχήθηκε πρίν αρχίσει τή διδασκαλία τού Ευαγγελίου τής σωτηρίας.

Η νηστεία όμως δέν πρέπει νά περιορίζεται σέ απλή αποχή από τήν υλική τροφή. «Νηστεία γάρ αληθής η τού κακού αλλοτρίωσις», γράφει ο Μ. Βασίλειος (Περί Νηστείας, Λόγος Β΄, 196,45). «Ου μέντοι εξαρκεί καθ’ εαυτήν η αποχή τών βρωμάτων πρός επαινετήν νηστείαν, αλλά νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, ευάρεστον τώ Θεώ.  Αληθής νηστεία η τού κακού αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους, επιορκίας.  Η τούτων ένδεια νηστεία εστίν αληθής» (Μ. Βασιλείου, Περί Νηστείας, Λόγος Β΄, 196,45-48).  Η αποχή τών βρωμάτων πρέπει νά συνοδεύεται από σειρά διορθωτικών πράξεων τής ζωής μας, όπως, απαλλαγής τών προσωπικών μας έξεων καί παθών, τού μίσους κατά τού συνανθρώπου μας καί τών παραβάσεων τών θείων εντολών.

Η νηστεία, η οποία πληροί τίς προϋποθέσεις αυτές, αποβαίνει πράγματι ωφέλιμη γι’ αυτόν πού νηστεύει: «΄Εστι μέν ούν πάντα χρόνον η νηστεία ωφέλιμος τοίς αιρουμένοις αυτήν. Ούτε γάρ επήρεια δαιμόνων κατατολμά τού νηστεύοντος, καί οι φύλακες τής ζωής ημών άγγελοι φιλοπωνότερον παραμένουσι τοίς διά νηστείας τήν ψυχήν κεκαθαρμένοις» (Μ. Βασιλείου, Περί Νηστείας, Λόγος Β΄, 185,36-40).  Η νηστεία έχει διπλή ωφελιμότητα, αφ’ ενός μέν προφυλάσσει τόν νηστεύοντα από τίς επιδράσεις τού διαβόλου, αφ’ ετέρου δέ καθαρίζει τήν ψυχή καί τό σώμα του.

Καρποί τής νηστείας

Τούς καρπούς τής νηστείας μπορούμε νά τούς διακρίνουμε σέ δύο επίπεδα: (α) προσωπικούς. Στούς προσωπικούς καρπούς τής νηστείας περιλαμβάνονται, 1. η άφεση τών αμαρτιών. « Εκακώθημεν διά τής αμαρτίας· ιαθώμεν διά τής μετανοίας· μετάνοια δέ χωρίς νηστείας αργή» (Μ. Βασιλείου, Περί Νηστείας, Λόγος Α΄, PG 31,168). Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει τήν αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ τής μετάνοιας καί τής νηστείας. 2.  Η προσέγγιση τού Θεού. «Καί απαξαπλώς εύροις άν τήν νηστείαν πάντας τούς αγίους εις τήν κατά Θεόν πολιτείαν χειραγωγήσασαν» (Μ. Βασιλείου, Περί Νηστείας, Λόγος Α΄ PG 31,173). 3.  Ενίσχυση τής δυνάμεως τής προσευχής. «Νηστεία προσευχήν εις ουρανόν αναπέμπει, οιονεί πτερόν αυτή γινομένη πρός τήν άνω πορείαν. Νηστεία οίκων αύξησις, υγείας μήτηρ, νεότητος παιδαγωγός, κόσμος πρεσβύταις» (Μ. Βασιλείου, Λόγος Α΄ PG 31,173). (β) Κοινωνικούς. Ο άνθρωπος, ο οποίος νηστεύει, δύναται, αυτό πού στερείται θεληματικά ο ίδιος, νά τό προσφέρει στούς αδελφούς του, πού στερούνται τόν επιούσιο άρτο. Έτσι, η νηστεία παύει νά είναι μόνο προσωπική υπόθεση εκείνου πού νηστεύει καί καθοδηγείται από τήν αγάπη τού συνανθρώπου του. Η νηστεία μπορεί, κατά το Μέγα Βασίλειο, νά δημιουργήσει καί νά διατηρήσει τίς άγαπητικές σχέσεις μεταξύ συζύγων, μεταξύ γονέων καί παιδιών καί μεταξύ τών παιδιών.

Ο άνθρωπος δέν θά πάψει ποτέ νά θλίβεται γιά τήν αμαρτία καί τήν αμαρτωλότητά του, η οποία καθίσταται αιτία απομακρύνσεως από τόν Θεό. Έτσι, η νηστεία είναι γιά τόν άνθρωπο απαραίτητο μέσο ώστε νά απαλλαγεί από τήν αμαρτία καί νά προσεγγίσει καί πάλι τόν Θεό. Η χριστιανική νηστεία έχει ως κέντρο αναφοράς τόν ίδιο τόν Χριστό, ο οποίος μάς καλεί νά νηστεύσουμε γιά νά δημιουργήσουμε τίς κατάλληλες προϋποθέσεις ενώσεώς μας μέ εκείνον.

πηγή :  www.imconstantias.org.cy